Κατάθλιψη – Συμπτώματα

Τι εννοούμε με τον όρο κατάθλιψη στην καθημερινή γλώσσα

Η λέξη κατάθλιψη έχει πολλές διαφορετικές σημασίες. Άλλα εννοούμε όταν την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας γλώσσα και άλλα όταν την χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε ένα κλινικό σύνδρομο που απαιτεί θεραπεία. Στην καθομιλουμένη όταν λέμε ότι “σήμερα έχω κατάθλιψη”, “είμαι στενοχωρημένος”, “νιώθω λυπημένος”, “δεν έχω κέφι”, “αυτός ο άνθρωπος μου φέρνει κατάθλιψη” ή “νιώθω μελαγχολικά”, στην ουσία αναφερόμαστε σε μια κατάσταση που έχει να κάνει με την διάθεσή μας. Η διάθεση είναι ένα συναίσθημα και γι’αυτό συνήθως χρησιμοποιούμε τον όρο “νιώθω” για να το περιγράψουμε. Η διάθεσή μας είναι καταθλιπτική ή μελαγχολική όταν είμαστε λυπημένοι για κάτι.Το αντίθετό της είναι η χαρά. Ωστόσο τις περισσότερες φορές δεν νιώθουμε ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά μάλλον είμαστε σε μια ουδέτερη κατάσταση. Μπορούμε λοιπόν να δούμε ότι υπάρχει μια κλίμακα διαβάθμισης που στο ένα άκρο έχει την χαρά και στο άλλο την λύπη. Οσο πιο κοντά βρισκόμαστε προς την τελευταία τόσο πιο στεναχωρημένοι νιώθουμε, τόσο πιο μελαγχολικά και καταθλιπτικά αισθανόμαστε.

Η κατάθλιψη λοιπόν όπως την χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας γλώσσα έχει μια ποιοτική συνιστώσα αλλά και μια ποσοτική, η οποία μπορεί να εκτείνεται από το ελαφρύ αίσθημα λύπης έως την απέραντη κατήφεια και δυστυχία. Η ποσοτική αυτή συνιστώσα εξαρτάται προφανώς από την ένταση του ερεθίσματος που προκάλεσε την διάθεση αυτή. Για παράδειγμα, εάν κάποιος φοιτητής αποτύχει στις εξετάσεις ενός μαθήματος είναι φανερό ότι θα νιώσει λυπημένος, εάν κάποιος χωρίσει με την φίλη του ή τον φίλο του μάλλον θα νιώσει περισσότερο λυπημένος, ενώ εάν χάσει κάποιο αγαπημένο του οικογενειακό πρόσωπο ίσως στην αρχή νιώσει δυστυχισμένος. Αυτό βεβαίως είναι ένα παράδειγμα διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν απόλυτα ερεθίσματα αλλά μόνο σχετικά, εξαρτώνται δηλαδή από την ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει κανείς στο ερέθισμα. Αυτό πάντως που είναι κοινό σε όλες τις περιπτώσεις είναι ότι κατάθλιψη, λύπη, μελαγχολία προκαλείται από ερεθίσματα που γενικά εκλαμβάνονται από τον άνθρωπο ως απώλεια (πραγματική ή νοητή) κάτι σημαντικού για τον άνθρωπο.

Η κατάθλιψη όπως χρησιμοποιούμε τον όρο καθημερινά είναι μια πανανθρώπινη εμπειρία. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ζήσει την συναισθηματική αυτή εμπειρία. Ανεξάρτητα αν κάποιοι άνθρωποι χρησιμοποιούν αυτό τον όρο για να εκφράσουν διαφορετικό βαθμό λύπης (άλλοι ακόμη και για την μικρού βαθμού λύπη και άλλοι μόνο για πιο έντονες καταστάσεις), ωστόσο όλοι καταλαβαίνουμε περίπου την σημασία της. Ως τέτοια εμπειρία, η κατάθλιψη συνήθως είναι μικρής διαρκείας και αυτοπεριοριζόμενη. Είμαστε στεναχωρημένοι για μικρό χρονικό διάστημα και πολύ εύκολα, όταν συμβεί κάτι ευχάριστο, η διάθεσή μας επανέρχεται. Οι διακυμάνσεις αυτές της διάθεσης είναι απόλυτα φυσιολογικές και συμβαίνουν πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι η κατάθλιψη με την κοινή σημασία του όρου είναι μια άσχημη διάθεση που είναι η φυσιολογική απάντηση σε ένα ερέθισμα που συνήθως έχει να κάνει με μια αίσθηση απώλειας, όπως ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ο χωρισμός, η απώλεια της εργασίας, η μη επίτευξη των στόχων μας, η απώλεια ενός υλικού αγαθού κ.λ.π. Οι φυσιολογικές αυτές αντιδράσεις δεν διαρκούν πολύ, συνήθως δεν επηρεάζουν την γενική λειτουργικότητα και δραστηριότητα του ατόμου, εύκολα μεταβάλλονται και τροποποιούνται και συνήθως αυτοπεριορίζονται. Αυτή η φυσιολογική διακύμανση της διάθεσης ονομάζεται νορμοθυμία.

“Μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες για την κατανόηση της κατάθλιψης είναι ότι χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο με πολλούς διαφορετικούς τρόπους στην ζωή μας και είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τι εννοούμε κάθε φορά”

Πέτρος Σκαπινάκης

2. Τι εννοούμε με τον όρο Κατάθλιψη στην Ψυχιατρική
Ο όρος Κατάθλιψη στην Ψυχιατρική υποδηλώνει μια συγκεκριμένη ασθένεια, δηλαδή μια διαταραχή η οποία προκαλεί έναν συνδυασμό συμπτωμάτων. Οι γιατροί συνηθίζουν να ονομάζουν αυτούς τους συνδυασμούς συμπτωμάτων, που εμφανίζονται μαζί πολύ πιο συχνά από ότι θα περίμενε κανείς μόνο από τύχη, ως σύνδρομα. Ένα από τα χαρακτηριστικά του συνδρόμου της Κατάθλιψης είναι και η άσχημη διάθεση (καταθλιπτική διάθεση) και γι’ αυτό το σύνδρομο ονομάστηκε έτσι. Δεν είναι όμως το μοναδικό ενώ μερικές φορές μπορεί να υπάρχει μόνο αδυναμία χαράς ή άντλησης ικανοποίησης (ανηδονία). Σαν ασθένεια, η Κατάθλιψη έχει κάποιους προδιαθεσικούς και αιτιολογικούς παράγοντες που συμβάλλουν στην εμφάνισή της, μια συγκεκριμένη πορεία, πρόγνωση και θεραπεία.

Συνώνυμοι όροι για την ασθένεια είναι:

  • Μείζονα Κατάθλιψη
  • Καταθλιπτικό επεισόδιο
  • Καταθλιπτική συνδρομή
  • Μελαγχολία κ.α.

3. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της Κατάθλιψης;
Σύμφωνα με τα διαγνωστικά ταξινομικά εγχειρίδια που χρησιμοποιούμε στην Ψυχιατρική (DSM & ICD) το καταθλιπτικό επεισόδιο χαρακτηρίζεται από την παρουσία 9 συμπτωμάτων, από τα οποία τα πρώτα δυο θεωρούνται ως “πυρηνικά συμπτώματα”:

3.1 Παρουσία ενός παθολογικού αρνητικού συναισθήματος που ονομάζεται “καταθλιπτικό συναίσθημα”, κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε ημέρα όπως φαίνεται είτε με υποκειμενική εκτίμηση είτε σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των άλλων (π.χ., ο ασθενής κλαίει συχνά και φαίνεται πολύ στεναχωρημένος). Οπως αναφέρθηκε πιο πάνω από αυτό το σύμπτωμα πήρε και την γενικότερη ονομασία της η διαταραχή αυτή. Το συναίσθημα αυτό δεν είναι μια απλή λύπη ή στενοχώρια, αλλά είναι πολύ πιο έντονο, διαρκεί πολύ περισσότερο (είναι σχεδόν μόνιμο τις τελευταίες 2 εβδομάδες) και το κυριότερο, επιμένει ακόμη και όταν το άτομο εκτεθεί σε φαινομενικά θετικά ερεθίσματα. Είναι λοιπόν η ένταση, η συχνότητα / διάρκεια και η έλλειψη αντιδραστικότητας της διάθεσης, αυτή που χαρακτηρίζει το καταθλιπτικό συναίσθημα που παρατηρούμε στα καταθλιπτικά επεισόδια

3.2 Απουσία του φυσιολογικού θετικού συναισθήματος, που συνήθως γίνεται αντιληπτή ως μεγάλη ελάττωση του ενδιαφέροντος ή της ευχαρίστησης σε όλες ή σχεδόν όλες τις δραστηριότητες κατά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σχεδόν κάθε μέρα. Π.χ., μια μητέρα έχασε το ενδιαφέρον της να φροντίσει το μικρό της παιδί, ένας άνδρας σταμάτησε να ασχολείται με την αγαπημένη του δραστηριότητα, το άτομο μπορεί να νιώθει αδιαφορία για όσα σημαντικά τον/την απασχολούν καθημερινά ή δεν μπορε πλέον να νιώσει χαρά ή ικανοποίηση ακόμη και στιγμιαία. Συνήθως το “ανηδονικό” αυτό συναίσθημα οδηγεί σε αδράνεια και η αλλαγή αυτή στη συμπεριφορά γίνεται εύκολα αντιληπτή από το στενό περιβάλλον των ασθενών. Άλλες φορές οι ασθενείς ή οι οικείοι λένε ότι “έχασε το χαμόγελό του”.

Π. Σκαπινάκης, 2021.

3.3 Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, περιγράφει επίσης και ένα τρίτο πυρηνικό σύμπτωμα του καταθλιπτικού συνδρόμου, αυτό της μεγάλης κόπωσης, εξάντλησης, απώλειας των δυνάμεων ή της ενέργειας. Χαρακτηριστικά, ο ασθενής με κατάθλιψη νιώθει σαν να τον έχουν εγκαταλείψει οι δυνάμεις του, αισθάνεται κουρασμένος όλη την ώρα και γι’αυτό πολλές φορές κάθεται στο κρεβάτι και δεν κάνει τίποτα. Η κόπωση αυτή δεν είναι απλά “ψυχική”, λαμβάνει σωματικό χαρακτήρα και πολύ συχνά οι ασθενείς θα επισκεφθούν τον οικογενειακό γιατρό τους φοβούμενοι κάποιο παθολογικό πρόβλημα.

3.4 Διαταραχή ύπνου. Η κατάθλιψη κάνει τυπικά αυπνία η οποία μπορεί να πάρει διάφορες μορφές:

  • α) Αρχική αυπνία, δηλαδή μεγάλη αύξηση του λανθάνοντα χρόνου μεταξύ ύπνου και εγρήγορσης. Συνήθως οι περισσότεροι άνθρωποι θα κοιμηθούν μέσα στο πρώτο μισάωρο, κάποιοι μέσα στην ώρα. Μετά από την ώρα θεωρείται αυπνία, αν και συχνά οι ασθενείς με κατάθλιψη μπορεί να καθυστερούν ακόμη και 2 ώρες.
  • β) Ενδιάμεση αυπνία: Άλλοι ασθενείς κάνουν πολύ ακανόνιστο ύπνο, ξυπνούν δηλαδή πολλές φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας.
  • γ) Τελική αυπνία: Κάποιοι ασθενείς μπορεί να ξυπνούν πολύ νωρίτερα το πρωί από το επιθυμητό και να μην μπορούν να κοιμηθούν ξανά (τελική αυπνία ή πρώιμη αφύπνιση).

Μπορεί να παρατηρηθούν και συνδυασμοί αυτών. Σε κάθε περίπτωση η ποσότητα του ύπνου μειώνεται σημαντικά με αποτέλεσμα ο ασθενής να νιώθει μεγαλύτερη εξάντληση το πρωί. Σε άτυπες περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί το φαινόμενο της αύξησης της ποσότητας του ύπνου (υπερυπνία). Ωστόσο αυτό δεν είναι τυπικό σύμπτωμα της κατάθλιψης και επίσης συχνά συγχέεται με την αδράνεια και την αδιαφορία που κάνει τους ανθρώπους να περνούν πολύ ώρα της ημέρας στο κρεβάτι χωρις ωστόσο να κοιμούνται.

3.5. Διαταραχές στην όρεξη για φαγητό. Συνήθως η κατάθλιψη προκαλεί απώλεια της όρεξης για φαγητό με αποτέλεσμα αντίστοιχη απώλεια βάρους, π.χ., ένας ασθενής 75 κιλών μπορεί να έχει χάσει σε ένα μήνα πάνω από 5 κιλά, μερικές φορές και περισσότερο. Σε μιά μικρή ομάδα ασθενών προκαλείται το αντίθετο σύμπτωμα, δηλαδή υπερφαγία / αύξηση βάρους, αλλά αυτό δεν είναι τυπικό. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η απώλεια της όρεξης συνδέεται με το τρέχον επεισόδιο, δηλαδή ξεκινά μαζί με τα υπόλοιπα συμπτώματα του συνδρόμου.

Αν και δεν περιλαμβάνεται στα κριτήρια του DSM, η κατάθλιψη επίσης συνδέεται με χαρακτηριστική απώλεια της ερωτικής επιθυμίας και μείωση της libido. Ας σημειωθεί ότι εδώ αναφερόμαστε στην διάθεση και όχι στο αν γίνεται ή όχι τελικα η ερωτική πράξη.

3.6 Αδυναμία συγκέντρωσης. Ο ασθενής με κατάθλιψη παρουσιάζει χαρακτηριστική δυσκολία στη συγκέντρωση. Αυτό μπορεί να είναι ένα από τα πιο βασανιστικά συμπτώματα της κατάθλιψης, καθώς ο ασθενής μερικές φορές δεν μπορεί να επιτελέσει απλές καθημερινές λειτουργίες τόσο στο σπίτι όσο και στην εργασία. Η συμμετοχή σε μια συζήτηση ή η παρακολούθηση ενός έργου στην τηλεόραση μπορεί να είναι πολύ δύσκολη. Το διάβασμα ενός βιβλίου αδύνατο. Πολύπλοκες διαδικασίες γρήγορα εξαντλούν νοητικά τον ασθενή. Όταν τα συμπτώματα γίνουν πιο έντονα, ακόμα και απλές διαδικασίες δεν μπορούν να εκπληρωθούν. Με τα λόγια ενός ασθενή: “ακόμη και μια σφραγίδα να μου έλεγες να βάλω μου δημιουργούσε άγχος και πανικό”, ή “μου φαινόταν δύσκολο να βράσω 2 αυγά ή να βάλω μακαρόνια”. Πολύ συχνά αυτή η δυσκολία στη συγκέντρωση φέρνει αναποφασιστικότητα, ενώ άλλες φορές μπορεί οι οικείοι να νομίζουν ότι υπάρχουν προβλήματα μνήμης, όταν στην πραγματικότητα ο ασθενής δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε αυτά που του λένε οπότε δεν μπορεί και να τα καταγράψει ώστε να τα θυμηθεί αργότερα. Η λειτουργία της μνήμης δεν επηρεάζεται λοιπόν πρωτογενώς.

3.7 Περιεχόμενο της σκέψης: Στην κατάθλιψη, όπως και στις άλλες ψυχικές διαταραχές, αναπτύσσεται ένα πρότυπο στη σκέψη του ασθενή, το οποίο είναι χαρακτηριστικό της πάθησης. Ο σπουδαίος Αμερικανός Ψυχίατρος και θεμελιωτής της γνωσιακής θεωρίας Aaron Beck (1921-2021), κωδικοποίησε αυτό το περιεχόμενο ως εξής: ο ασθενής με κατάθλιψη παρουσιάζει στην σκέψη του την χαρακτηριστική αρνητική γνωσιακή τριάδα: αρνητική εικόνα για τον εαυτό, τον κόσμο και το μέλλον.

Η γνωσιακή τριάδα του Beck στην κατάθλιψη: Αρνητική εικόνα για τον εαυτό, τον κόσμο και το μέλλον

Η αρνητική εικόνα για τον εαυτό παίρνει συνήθως τη μορφή ιδεών “ανικανότητας”, “αναξιότητας” και “ενοχής”. Ο ασθενής με κατάθλιψη τυπικά πιστεύει ότι δεν αξίζει τίποτε σαν άνθρωπος, ότι είναι ανίκανος ή άχρηστος και έχει ενοχές για πράγματα που μπορεί να έκανε στο παρελθόν και που τώρα θεωρεί ότι έβλαψαν τον ίδιο ή τους άλλους γύρω του. Σε σπανιότερες περιπτώσεις οι ιδέες αυτές μπορεί να είναι τόσο ακλόνητες που να πάρουν διάσταση παραληρητική (ψυχωτική κατάθλιψη), οπότε χάνεται η αντίληψη της πραγματικότητας.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι αυτή η αρνητική εικόνα για τον εαυτό δεν είναι ένα μόνιμο πρότυπο στην ζωή του ασθενούς. Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, οι ασθενείς με κατάθλιψη δεν είναι απαραίτητο να έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ως χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς τους. Κατά την περίοδο ωστόσο που έχουν κατάθλιψη η εικόνα για τον εαυτό τους κατακρημνίζεται. Μετά την αποδρομή της κατάθλιψης η εικόνα εαυτού επανέρχεται σε φυσιολογικά – ρεαλιστικά πλαίσια.

Η αρνητική εικόνα για τον κόσμο επισημαίνει την αλλαγή που ο ασθενής με κατάθλιψη αντιλαμβάνεται στις σχέσεις του με τους ανθρώπους που τον περιτριγυρίζουν. Οι άνθρωποι γενικά έχουμε μια ρεαλιστική άποψη για τους φίλους μας, τους συνεργάτες μας ή τους οικείους μας. Θεωρούμε ότι αξίζουμε την αγάπη τους και την υποστήριξή τους, ότι εάν συμβεί κάτι δύσκολο θα προσμένουμε τη βοήθειά τους, ότι σε καμιά περίπτωση οι δικοί μας δεν θα μας βάλουν εμπόδια στις επιδιώξεις μας ή δεν θα επιθυμούν την παρέα μας ή τη συνεργασία μας. Όλη αυτή η εικόνα στην κατάθλιψη καταρρέει. Εν μέρει αυτό οφείλεται στην αρνητική εικόνα για τον εαυτό μας: ποιος θα θέλει να κάνει παρέα με έναν άχρηστο, ανίκανο ή βαρετό άνθρωπο; Άλλες φορές προβάλλει πολύ η έλλειψη υποστήριξης: οι άλλοι γύρω όχι μόνο δεν είναι διαθέσιμοι για βοήθεια αλλά δημιουργούν δυσκολίες, βάζουν εμπόδια, αγνοούν ή δεν επιθυμούν την παρέα μας. Αρκετά συχνά οι αντιλήψεις αυτές των ασθενών οδηγούν σε ματαίωση, συγκρούσεις με τους άλλους ή θυμό, πέραν της αρνητικής επίδρασης που έχουν στην ίδια τη διάθεση.

Η αρνητική εικόνα για το μέλλον αναφέρεται στην αντίληψη των ασθενών για το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στην ζωή τους στο μέλλον. Επικρατεί μια μεγάλη απαισιοδοξία και πίστη ότι η εξέλιξη δεν θα είναι καλή. Ότι όλα θα πάνε στραβά, ότι δεν υπάρχει διέξοδος, ότι εβδομάδα με την εβδομάδα, μήνα με το μήνα τα πράγματα θα γίνονται όλο και χειρότερα. Ο ασθενής χάνει την ελπίδα του και μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται ότι έτσι όπως είναι τα πράγματα η ζωή δεν αξίζει. Να σημειωθεί ότι οι ιδέες αυτές δεν αφορούν μόνο τα προβλήματα ζωής του ασθενούς, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα να γίνει καλά από την κατάθλιψη (εφόσον έχει γίνει διάγνωση και ακολουθεί μια θεραπεία).

Η κατάθλιψη είναι το μοναδικό νόσημα στην ιατρική που σε κάνει να μην πιστεύεις στη θεραπεία και στη βοήθεια που μπορεί να σου προσφερθεί από τους γιατρούς.

3.8 Αυτοκτονικότητα: Όταν η αρνητική εικόνα για το μέλλον συνδυάζεται με έντονη απελπισία, ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο, τότε μπορεί να αρχίζουν να αναπτύσσονται στο μυαλό του ασθενούς και ιδέες αυτοκαταστροφής. Στην αρχή οι ιδέες αυτές μπορεί να είναι παθητικές, δηλαδή ο ασθενής σκέφτεται ότι θα ήταν καλύτερο να μην ζούσε ή κάποιες φορές εύχεται να πέθαινε (π.χ. εύχεται να του φέρει η μοίρα μια κακή αρρώστια). Άλλες φορές υπάρχει πιο ενεργητική αυτοκτονικότητα, δηλαδή ο ασθενής αρχίζει και σκέφτεται ότι ο ίδιος πρέπει κάτι να κάνει για να φύγει από την ζωή. Στις περιπτώσεις αυτές η παραπομπή σε έναν ειδικό γιατρό κρίνεται επιβεβλημένη.

3.9 Διαταραχές στην Ψυχοκινητικότητα. Το τελευταίο σύμπτωμα που περιγράφεται στα διαγνωστικά κριτήρια είναι αυτό της ψυχοκινητικότητας, που αναφέρεται είτε στην αύξηση των αυθόρμητων κινήσεων του ασθενούς (π.χ. ψυχοκινητική ανησυχία, πηγαίνει πάνω – κάτω, δεν μπορεί να κάτσει ήρεμος) είτε στην επιβράδυνση των κινήσεων (βαδίζει πιο αργά, παραμένει στο κρεβάτι ή στον καναπέ για ώρες κλπ). Η μεγάλη ψυχοκινητική ανησυχία ή η ακραία επιβράδυνση μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα και μπορεί να χρειαστεί ιατρική βοήθεια για την καθηρέμηση ενός ασθενούς, τη σίτισή του κλπ.


4. Διάγνωση της κατάθλιψης. Η διάγνωση της κατάθλιψης μπορεί να γίνει εάν είναι παρόντα 5 τουλάχιστον από αυτά τα 9 συμπτώματα και οπωσδήποτε ένα από αυτά να είναι το πρώτο ή το δεύτερο. Τα συμπτώματα αυτά πρέπει να είναι παρόντα σχεδόν κάθε μέρα για μια περίοδο τουλάχιστον 2 εβδομάδων. Τα συμπτώματα αυτά δεν πρέπει να οφείλονται σε κάποια άλλη πάθηση (π.χ αναιμία, σοβαρός υποθυρεοειδισμός) ή να είναι αποτελέσματα της χρήσης, κατάχρησης, ή στέρησης μιας ουσίας (π.χ. αλκοόλ), ενώ πρέπει να οδηγούν τον πάσχοντα σε σοβαρή δυσλειτουργία και να μην αντισταθμίζονται.

Για την αξιολόγηση της βαρύτητας των συμπτωμάτων διατίθενται κλίμακες για την αξιολόγηση των συμπτωμάτων, με πιο γνωστή το ερωτηματολόγιο PHQ-9.

Π. Σκαπινάκης, 2021.

Κάθε ερώτημα στο PHQ9 βαθμολογείται από 0 (ποτέ) έως 3 (σχεδόν κάθε μέρα), οπότε το συνολικό σκορ μπορεί να είναι από 0 – 27.

Για την αξιολόγηση του PHQ9 χρήσιμος είναι ο παρακάτω οδηγός:

Ο οδηγός του σκορ είναι απολύτως ενδεικτικός και η ορθή αξιολόγηση έχει σχέση με το πλαίσιο στο οποίο δίνεται το ερωτηματολόγιο. Για το λόγο αυτό χρειάζεται προσοχή στην αξιολόγηση. Σε γενικές γραμμές, ανεξαρτήτως πλαισίου, σκορ πάνω από 20 μάλλον θα χρειαστεί αξιολόγηση από ψυχίατρο. Σκορ μεταξύ 15-19 μπορούμε να δούμε σε κάποιες περιπτώσεις, που τελικά δεν θα χρειαστούν παρά μόνο απλή συμβουλευτική. Σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. ασθενείς με σοβαρά χρόνια νοσήματα), σκορ πάνω από 10 μπορεί να είναι δηλωτικό κατάθλιψης. Για τους λόγους αυτούς, εάν υποψιάζεστε ότι εσείς ή κάποιος οικείος σας είναι πιθανό να έχει κατάθλιψη είναι καλύτερο να προγραμματίσετε μια επίσκεψη σε ειδικό γιατρό (ψυχίατρο) για να το επιβεβαιώσετε.


5. Διάφορα άλλα Συμπτώματα της Κατάθλιψης

Αν και τα διαγνωστικά κριτήρια περιλαμβάνουν μόνο τα προηγούμενα 9 συμπτώματα ως πιο χαρακτηριστικά της κατάθλιψης, στην κλινική πράξη εκδηλώνονται και άλλα σημαντικά συμπτώματα, που έχουν τη σημασία τους. Μερικά από αυτά αναφέρω πιο κάτω:

5.1 Γενικά σωματικά συμπτώματα. Πολλοί ασθενείς με κατάθλιψη αναφέρουν μια ποικιλία από σωματικά συμπτώματα όπως πονοκεφάλους, πόνους γενικά στο σώμα τους, προβλήματα από το γαστρεντερικό (στομάχι, έντερο) ή ευρύτερα ασαφείς πόνους στην κοιλιά. Τα συμπτώματα αυτά είναι πολύ πιο συχνά όσο αυξάνει η ηλικία των ασθενών, ενώ η κατάθλιψη στην τρίτη ηλικία συνήθως αρχίζει με σωματικά συμπτώματα. Πολλές φορές τα συμπτώματα αυτά οδηγούν τους ασθενείς σε διάφορους γιατρούς ή στα νοσοκομεία. Χαρακτηριστικό είναι ότι ύστερα από την εξέταση τα συμπτώματα δεν μπορούν να εξηγηθούν και αποδίδονται από τον γιατρό σε άγχος ή στρες. Στις περιπτώσεις αυτές είναι σημαντικό να γίνεται γρήγορα αξιολόγηση για κατάθλιψη. Κάποιοι γιατροί επιμένουν σε πιο αναλυτικές ή λεπτομερείς εξετάσεις “για να είμαστε σίγουροι”. Αυτό ωστόσο σπανίως αποδίδει και οδηγεί τον ασθενή σε μεγαλύτερο στρες, ενώ τυχαία ευρήματα από πιο ειδικές εξετάσεις μπορεί να βάλουν τον ασθενή σε μια διαδικασία επανειλημμένων διερευνήσεων μέχρι τελικά να αποδειχθεί ότι δεν ήταν κάτι. Κατά τη γνώμη μου οι τυπικές εξετάσεις αρκούν για να αποκλείσουν το 99% των άλλων σοβαρών ασθενειών, ενώ από την άλλη καθυστέρηση στην έναρξη θεραπείας για την κατάθλιψη μπορεί να δημιουργήσει πολλά προβλήματα για τον ασθενή και την πορεία του.

5.2 Συμπτώματα Άγχους. Αν και το άγχος δεν περιλαμβάνεται στα διαγνωστικά κριτήρια της κατάθλιψης, στην πράξη τα συμπτώματα άγχους (είτε σωματικού είτε ψυχικού) είναι εξαιρετικά συχνά στην κατάθλιψη, ειδικά στην αρχή του επεισοδίου. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να προκαλούν μεγάλη δυσφορία στους ασθενείς, ενώ από την άλλη, σε αντίθεση με την κακή διάθεση, μπορούν πολύ γρήγορα να ανακουφιστούν με την ιατρική θεραπεία (όπως επίσης και η διαταραχή στον ύπνο).

5.3 Ημερήσια διακύμανση. Αρκετοί ασθενείς εμφανίζουν διακύμανση της διάθεσής τους μέσα στην ημέρα. Οι περισσότεροι αναφέρουν χειρότερη διάθεση το πρωί (60%) με βελτίωση προς το απόγευμα, ενώ λιγότεροι αναφέρουν χειρότερη διάθεση το βράδυ. Παραδοσιακά, οι ψυχίατροι θεωρούμε την χειρότερη διάθεση το πρωί ως πιο χαρακτηριστικό της κατάθλιψης που οφείλεται σε ενδογενή / βιολογικά αίτια και όχι τόσο σε εξωτερικούς στρεσογόνους παράγοντες, αν και αυτό είναι προφανώς ενδεικτικό.

5.4 Ψυχωτικά Συμπτώματα. Στην ψυχιατρική ονομάζονται ψυχωτικά συμπτώματα εκείνα που μαρτυρούν ότι έχει χαθεί η αντίληψη της πραγματικότητας. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι παραληρητικές ιδέες και οι ψευδαισθήσεις. Το χαρακτηριστικό στην κατάθλιψη είναι ότι αυτά τα σοβαρά συμπτώματα είναι “συμβατά” με τη διάθεση. Για παράδειγμα ένας ασθενής μπορεί να είναι πεπεισμένος ότι θα έρθει η αστυνομία να τον συλλάβει διότι έχει κάνει στη δουλειά του λάθη που οδήγησαν σε οικονομική ή άλλη καταστροφή. Άλλος ασθενής μπορεί να πιστεύει ότι έχει μια ανίατη ασθένεια η οποία γρήγορα θα τον οδηγήσει στο θάνατο, παρότι οι γιατροί του λένε ότι δεν έχει βρεθεί τίποτα κακό στις εξετάσεις. Αυτά είναι παραδείγματα ακλόνητων πεποιθήσεων που ονομάζονται παραληρητικές ιδέες. Κάποιοι ασθενείς μπορεί να αναφέρουν ακουστικές ψευδαισθήσεις, ακούνε δηλαδή καθαρές φωνές να τους μιλάνε στο δεύτερο συνήθως πρόσωπο με περιεχόμενο απαξιωτικό (π.χ. “είσαι άχρηστος”). Τα ψυχωτικά συμπτώματα είναι σπάνια αλλά σοβαρά και μπορεί να απαιτούν τη νοσηλεία των ασθενών. Ευτυχώς, οι περισσότεροι ασθενείς με κατάθλιψη ποτέ δεν θα εμφανίσουν τέτοια συμπτωματολογία. Τα ψυχωτικά συμπτώματα φεύγουν γρήγορα με την κατάλληλη θεραπεία.


6. Διάκριση της Μονοπολικής από τη Διπολική Κατάθλιψη

Stevens & Rodin. ICT Psychiatry, 2011.

Μια σημαντική διάκριση που πρέπει να γίνει κατά τη στιγμή της διάγνωσης της κατάθλιψης από τον γιατρό, είναι κατά πόσον το τρέχον καταθλιπτικό επεισόδιο αφορά μονοπολική ή διπολική διαταραχή. Η διπολική διαταραχή, είναι διαταραχή της διάθεσης στην οποία εκδηλώνονται διακριτά επεισόδια κατάθλιψης και μανίας / υπομανίας. Εφόσον ήδη υπάρχει γνωστό ιστορικό διπολικής, τότε ένα νέο επεισόδιο κατάθλιψης αναφέρεται ως διπολική κατάθλιψη. Κάποιες φορές ωστόσο ένας ασθενής μπορεί να κάνει κάποια επεισόδια κατάθλιψης και μετά από χρόνια να κάνει για πρώτη φορά στην ζωή του επεισόδιο μανίας, οπότε η διάγνωση αλλάζει από μονοπολική σε διπολική. Εκτιμάται ότι το 10% των ασθενών με διάγνωση μονοπολικής κατάθλιψης θα αλλάξει τελικά διάγνωση σε διπολική. Επί του παρόντος δεν υπάρχουν αξιόπιστοι βιοδείκτες με τους οποίους να μπορούμε να προβλέψουμε εάν ένα επεισόδιο κατάθλιψης μπορεί τελικά να οδηγήσει σε διάγνωση διπολικής. Γνωρίζουμε ωστόσο ότι πρώτο επεισόδιο κατάθλιψης σε νεαρή ηλικία (<25 ετών), ή επεισόδιο κατάθλιψης κατά την περίοδο της λοχείας στις γυναίκες είναι πιο πιθανό να οδηγήσουν σε τελική διάγνωση διπολικής. Κληρονομικό ιστορικό διπολικής σε συγγενείς α βαθμού λαμβάνεται επίσης υπόψιν. Η διάκριση μεταξύ μονοπολικής και διπολικής μπορεί να είναι σημαντική διότι η διπολική κατάθλιψη μπορεί να χρειάζεται διαφορετική ιατρική αντιμετώπιση από τη μονοπολική.


7. Συχνότητα της Κατάθλιψης

Από έρευνες που έχουν γίνει υπολογίζεται ότι σε μια δεδομένη χρονική στιγμή 3% – 5% του πληθυσμού εμφανίζει συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ κατά την διάρκεια της ζωής 10% – 15% του πληθυσμού μπορεί να εμφανίσει συμπτώματα συμβατά με κατάθλιψη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αριθμοί αυτοί περιλαμβάνουν όλες τις μορφές κατάθλιψης από τις ελαφριές μέχρι τις σοβαρές γι’ αυτό και είναι λίγο ψηλά.

Η μελέτη μας στην Ελλάδα σε δείγμα 5000 Ελλήνων 18-70 έδειξε συχνότητα κατάθλιψης 2,9% με μεγαλύτερη συχνότητα στις γυναίκες.

Skapinakis P. et al. 2013

7.1 Πώς εξηγείται η διαφορά της συχνότητας της Κατάθλιψης στα δύο φύλα;
Οι γυναίκες εμφανίζουν κατάθλιψη δύο φορές σχεδόν πιο συχνά από ότι οι άνδρες. Η διαφορά αυτή δεν έχει πλήρως εξηγηθεί. Κατ’ αρχάς ένα μέρος της μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι γυναίκες μπορεί να έχουν μεγαλύτερη ευκολία στην αποκάλυψη των σχετικών συμπτωμάτων από ότι οι άνδρες. Επίσης, οι άνδρες είναι πολύ πιθανότερο να καταναλώνουν ουσίες και ιδιαίτερα αλκοόλ που είναι γνωστό ότι μπορεί να επικαλύπτει τα συμπτώματα της κατάθλιψης. Η διαφορά ωστόσο είναι αρκετά μεγάλη και έτσι πιστεύεται ότι ένας συνδυασμός βιολογικών (γονίδια, ορμόνες), ψυχολογικών (προσωπικότητα) και κοινωνικών παραγόντων (κοινωνικοί ρόλοι) συμβάλλει στη μεγαλύτερη συχνότητα. Σε κάθε περίπτωση, η μεγαλύτερη συχνότητα δεν σημαίνει και μεγαλύτερη βαρύτητα, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι και οι άνδρες νοσούν από κατάθλιψη και αρκετά συχνά την βιώνουν με μεγάλη δυσφορία. Ευτυχώς, οι διαθέσιμες θεραπείες φαίνεται να είναι εξίσου αποτελεσματικές ανεξαρτήτως βιολογικού φύλου.